Άγιος Δημήτριος

Sp Ãgios Dimitrijas Ap Άγιος Δημήτριος/Agios Dimitrios L Atika, C, P ir Š Graikija

Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė.

Look at other dictionaries:

  • Άγιος Δημήτριος — I Ονομασία 31 οικισμών. 1. Πόλη (65.173 κάτ.) στην περιφέρεια της πρωτεύουσας, γνωστή και ως Μπραχάμι. Βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της Αθήνας, σε απόσταση 5 χλμ. Αποτελεί τον ομώνυμο δήμο της νομαρχίας Αθηνών. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 230 μ …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Δημήτριος Πηλίου — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 300 μ., 268 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βόλου του νομού Μαγνησίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μουρεσίου …   Dictionary of Greek

  • Δημήτριος ο Μυροβλήτης — (Θεσσαλονίκη 280 – 304 μ.Χ.). Άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Προερχόταν από ευγενή οικογένεια της Θεσσαλονίκης και έλαβε όλα τα εφόδια για μια πετυχημένη σταδιοδρομία. Νέος ακόμα κατέλαβε ανώτερα πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα, αυτό όμως …   Dictionary of Greek

  • άγιος, -ια, -ιο — (δισύλλαβο), και άγιος, αγία, ο (τρισύλλαβο) 1. αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στη λατρεία του Θεού: Άγιο Βήμα. Άγιος Τάφος. 2. άνθρωπος ευσεβής, αγνός: Αυτός είναι άγιος άνθρωπος. 3. ως ουσ. προσηγορ. προσώπου που το αγιοποίησε η εκκλησία: Άγιος… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άγιος — ία, ο (κ. άγιος, άγια, άγιο) 1) святой, священный (о Боге и ангелах): το Άγιο Πνεύμα Святой Дух, η Αγία Τριάδα Святая Троица, η Αγία Οικογένεια Святое Семейство; 2) святой, священной (то, что связано с Богом и служением Ему): η Αγία Τράπεζα Свят …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Τσούγκουρο — (Άγιος Δημήτριος). Ημιορεινός οικισμός (;; κάτ., υψόμ. 350 μ.) στην πρώην επαρχία Καλαμπάκας του νομού Τρικάλων. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Γάβρου …   Dictionary of Greek

  • Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …   Dictionary of Greek

  • ДИМИТРИЙ СОЛУНСКИЙ — († ок. 306), вмч. (пам. 26 окт.), один из наиболее чтимых святых в правосл. мире, покровитель г. Фессалоника (слав. Солунь). Греки именуют Д. С. Мироточцем (ὁ μυροβλύτης / μυροβλήτης), т. к. его мощи источали миро, а в визант. текстах… …   Православная энциклопедия

  • Θεσσαλονίκη — I (4ος αι. π.Χ.). Κόρη του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας και της συζύγου του Νικησίπολης, αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σύζυγός της υπήρξε ο Κάσσανδρος, από τον οποίο απέκτησε τρεις γιους: τον Φίλιππο, τον Αντίπατρο και τον Αλέξανδρο. Τη σκότωσε ο… …   Dictionary of Greek

  • Κύθηρα — I Νησί (278 τ. χλμ., 3.354 κάτ.) στη συμβολή του Ιονίου, του Μυρτώου και του Κρητικού πελάγους. Βρίσκεται απέναντι από τον Λακωνικό κόλπο, ΝΔ του ακρωτηρίου Μαλέας. Υπάγεται διοικητικά στη νομαρχία Πειραιώς του νομού Αττικής. Το σύνολο των… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.